Ex_posure

Interviews

Aesopos Giannis, Tourism Landscapes: Remaking Greece

Γιάννης Αίσωπος, Τοπία Τουρισμού, 14η Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής Βενετίας. Συνέντευξη.

Biennale architettura 2014Copyright: andrea avezzu'
« 1 της 4 »

 

 

Συναντήσαμε τον Εθνικό Επίτροπο της 14ης Διεθνούς Έκθεσης Biennale Αρχιτεκτονικής Βενετίας 2014, τον αρχιτέκτονα Γιάννη Αίσωπο, στο γραφείο του, σε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον κτίριο σχεδιασμένο από τον ίδιο, γνωστό ως Πολυ/μονο – κατοικία. Πρόκειται για έναν έξυπνο κτιριακό τύπο στον οποίο συμβιώνουν ισότιμα και λειτουργικά οι δύο κύριοι κτιριακοί τύποι της ελληνικής πόλης, η μονοκατοικία και η πολυκατοικία.

Ο Γιάννης Αίσωπος είναι καθηγητής Αρχιτεκτονικού και Αστικού Σχεδιασμού στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Πανεπιστημίου Πατρών με πλούσιο και δραστήριο ακαδημαϊκό και αρχιτεκτονικό έργο και με μια συνεχή και καταξιωμένη παρουσία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Ανταποκρινόμενος στο κάλεσμα του διεθνούς φήμης Ολλανδού αρχιτέκτονα Ρεμ Κούλχας για προσήλωση στα Ουσιώδη, Αφομοιώνοντας τη Νεωτερικότητα 1914-2014 – το κεντρικό θέμα της Μπιενάλε – ο Γιάννης Αίσωπος επιμελήθηκε για το ελληνικό περίπτερο την έκθεση Tourist Landscapes, Remaking Greece/Τοπία Τουρισμού, Ξαναφτιάχνοντας την Ελλάδα, η οποία προσεγγίζει την αφομοίωση της Νεωτερικότητας στην αρχιτεκτονική μέσω του τουρισμού και αναδεικνύει τον ουσιαστικό και δυναμικό ρόλο του τουρισμού για την εξέλιξη της αρχιτεκτονικής στη χώρα τόσο στο παρελθόν όσο στο παρόν και στο μέλλον. Στην Αθήνα θα έχουμε την ευκαιρία να δούμε την έκθεση στο μουσείο της Ακρόπολης τον Φεβρουάριο.

Παράλληλα με την ελληνική συμμετοχή στη φετινή Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής ο Γιάννης Αίσωπος συζήτησε μαζί μας ουσιώδη και επίκαιρα ζητήματα, καταθέτοντας τις εξαιρετικά ενδιαφέρουσες και τεκμηριωμένες απόψεις και προτάσεις του, θίγοντας θέματα που βρίσκονται στο επίκεντρο του σύγχρονου προβληματισμού και του δημόσιου διαλόγου περί αρχιτεκτονικής και τέχνης.

 

Ε.Ζ. Κύριε Αίσωπε, η διαδρομή της έκθεσης Τοπία Τουρισμού: Ανακατασκευάζοντας την Ελλάδα – η ελληνική συμμετοχή στην 14η Διεθνή Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής της Βενετίας συνεχίζει την επιτυχημένη πορεία της στην Αθήνα, στο μουσείο της Ακρόπολης.

Μίλήστε μας για όσα αποκομίσατε στη Βενετία σχετικά με την ελληνική συμμετοχή από την αλληλεπίδραση και επικοινωνία που είχατε τόσο με το κοινό, τους επισκέπτες αλλά και τους συναδέλφους συμμετέχοντες στα άλλα περίπτερα.

Γ. Αι. Η έκθεση αυτή έγινε σε μια ιδιαίτερη στιγμή στην οποία παρατηρούμε δύο πράγματα που συμβαίνουν παράλληλα. Το ένα είναι ότι η χώρα μοιάζει να βρίσκεται στο τέλος της κρίσης ή κατά άλλους πιο αισιόδοξους στην αρχή της μετά την κρίση εποχής, άρα βρισκόμαστε σε ένα σημείο καμπής, και το δεύτερο είναι ότι την ίδια στιγμή που έχουμε το τέλος της κρίσης παρατηρούμε μια τουριστική έκρηξη, η οποία κατά κάποιους φτάνει τα 22 εκατομμύρια τουρίστες φέτος. Άρα την ίδια στιγμή που έχουμε την κρίση έχουμε και μια εξαιρετική παρουσία της Ελλάδας στον τουριστικό τομέα. Αυτά τα δύο στοιχεία νομίζω αιτιολογούν την ανάγκη για επανακαθορισμό της σχέσης μας με την αρχιτεκτονική του τουρισμού και την τουριστική ανάπτυξη συνολικά. Μπορούμε να συνεχίσουμε να χτίζουμε, να σχεδιάζουμε τουριστικά καταλύματα ή τουριστικές εγκαταστάσεις με τον ίδιο τρόπο που το κάναμε όλα αυτά τα χρόνια ή μήπως αυτό το σημείο καμπής του τέλους της κρίσης και της ταυτόχρονης τουριστικής έκρηξης μας δίνουν την ευκαιρία να επαναθεωρήσουμε; Η έκθεση ουσιαστικά αυτό επιχειρεί να κάνει, τόσο μια ανασκόπηση του παρελθόντος των εκατό χρόνων αλλά και ταυτόχρονα να θέσει το ερώτημα τι κάνουμε από εδώ και πέρα. Το λέω αυτό γιατί η έκθεση –όπως γνωρίζετε– αποτελείται από δύο τμήματα, το ένα είναι το «Αρχείο», που περιέχει τα έργα της αρχιτεκτονικής του τουρισμού των τελευταίων εκατό χρόνων και το δεύτερο είναι τα «Νέα έργα» με θέμα τη νέα τουριστική εγκατάσταση, τις προτάσεις δεκαπέντε Ελλήνων και ξένων αρχιτεκτόνων για το τι μπορεί να γίνει από εδώ και πέρα. Αυτό φάνηκε ενδιαφέρον και κυριάρχησε στις συζητήσεις μου με συναδέλφους αλλά και ανθρώπους που δεν είναι αναγκαστικά αρχιτέκτονες –μια και ο τουρισμός από μόνος του «επηρεάζει» ένα ευρύ φάσμα ανθρώπων, οι αρχιτέκτονες είναι απλώς ένα κομμάτι του– αφορά τελικά όλους μας γιατί είναι ουσιαστικά μια μορφή ανάπτυξης της ίδιας της χώρας, κατοίκησης του τοπίου της και εκμοντερνισμού της. Η έκθεση έθεσε αυτό το ζήτημα, του ποια πρέπει να είναι η πορεία από εδώ και πέρα σε σχέση με την τουριστική ανάπτυξη εν τέλει και το πώς αυτή η τουριστική ανάπτυξη μπορεί να υλοποιηθεί μέσω της αρχιτεκτονικής.

Ε.Ζ. Ποια εθνική συμμετοχή ξεχωρίσατε από την 14η Μπιενάλε αρχιτεκτονικής και για ποιους λόγους;

 Γ. Αι. Θα αναφερθώ σε δύο εθνικά περίπτερα, σε δύο συμμετοχές που για εμένα είχαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η μία είναι το περίπτερο της Βραζιλίας, το οποίο βρίσκεται πολύ κοντά στο ελληνικό περίπτερο. Είναι στην άκρη των Giardini, των κήπων της Βενετίας, και έχει τίτλο Η Νεωτερικότητα ως παράδοση. Νομίζω ότι το πολύ ενδιαφέρον στη Βραζιλία είναι ότι η βραζιλιάνικη αρχιτεκτονική ενσωμάτωσε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το μοντέρνο δημιουργώντας ένα βραζιλιάνικο μοντέρνο ιδίωμα, το οποίο σε μεγάλο βαθμό υφίσταται και σήμερα. Εκεί παρατηρούμε ουσιαστικά τον συγκερασμό του τοπικού και του μοντέρνου, του διεθνούς, κάτι που αποτελεί το κύριο ζήτημα της έκθεσης του Κούλχας που είχε θέμα την αφομοίωση της νεωτερικότητας τα τελευταία εκατό χρόνια και προφανώς η αφομοίωση πάντα είχε να κάνει με τη διαπάλη τοπικού και διεθνούς. Η αφομοίωση δεν είναι ούτε εύκολη ούτε υλοποιείται με τον ίδιο τρόπο και στον ίδιο βαθμό σε κάθε χρονική περίοδο. Υπάρχουν περίοδοι εκμοντερνισμού, δηλ. αφομοίωσης του μοντέρνου, πιο έντονοι, και περίοδοι πιο αργής αφομοίωσης ή ακόμα και αντίδρασης στο μοντέρνο. Οι βραζιλιάνοι επέδειξαν τον επιτυχημένο συγκερασμό τοπικού και διεθνούς.

Το δεύτερο περίπτερο που θεωρώ ενδιαφέρον ακριβώς σε συνέχεια αυτού του συλλογισμού είναι το αμερικάνικο περίπτερο με τίτλο OfficeUS που δείχνει το έργο αμερικανικών αρχιτεκτονικών γραφείων σε όλο τον κόσμο, πολλά από αυτά δεν ανήκουν απαραίτητα σε Αμερικάνους αλλά σε ξένους που έφτιαξαν γραφεία στην Αμερική δηλ. Γερμανούς, Γάλλους, Σκανδιναβούς ή άλλους που μετανάστευσαν στην Αμερική και άνοιξαν γραφείο εκεί. Το αμερικανικό περίπτερο έχει να κάνει ουσιαστικά με το πώς η Αμερική μέσω των αρχιτεκτονικών της γραφείων εξαπλώθηκε και «αποίκησε» τον κόσμο εισάγοντας το μοντέρνο στις διάφορες χώρες. Αυτό έχει πολύ ενδιαφέρον μια και η διαπάλη τοπικού και διεθνούς έχει να κάνει και με το πώς το διεθνές εισάγεται στη χώρα και αυτή η εισαγωγή μπορεί να γίνει από ανθρώπους που έχουν ταξιδέψει έξω και ξαναγυρίζουν πίσω αλλά μπορεί και να γίνει και από άλλους που έρχονται από μακριά. Το αμερικανικό περίπτερο ουσιαστικά περιγράφει τον «εξαγωγή» και την εξάπλωση της διεθνούς μοντέρνας αρχιτεκτονικής μέσω των αμερικάνικων γραφείων στα διάφορα μέρη του κόσμου.

Ε.Ζ. Ως κοινή θεματική των εθνικών περιπτέρων ορίστηκε από τον Ρεμ Κούλχας Η αφομοίωση της Νεωτερικότητας 1914 – 2014. Αρχικά μιλήστε μας για τον όρο νεωτερικότητα όσον αφορά στην αρχιτεκτονική και το περιεχόμενο που αυτός αποκτά στην ελληνική εκδοχή του.Ποια η σχέση του με τον μοντερνισμό;

Μπορούμε να μιλάμε για ουσιαστική αφομοίωση του μοντερνισμού στην Ελλάδα;

 Γ. Αι. Το νεωτερικό ή το μοντέρνο ξεκινάει όπως ξέρουμε στα τέλη 19ου ή στις αρχές του 20ου αιώνα – εξαρτάται πότε το τοποθετεί κανείς. Εντείνεται στην προπολεμική περίοδο και στην αρχική του μορφή το μοντέρνο προφανώς ενσωματώνει ή παράγεται θα λέγαμε μέσα από ένα συγκεκριμένο κοινωνικό πλαίσιο και υλοποιείται με συγκεκριμένα τεχνικά και υλικά χαρακτηριστικά, μέσω του μπετόν, του χάλυβα, του γυαλιού, είναι πάντα αφαιρετικό, χωρίς διακόσμηση κλπ. Προφανώς αυτή η ενσωμάτωση της νεωτερικότητας στην οποία αναφέρεται ο Κούλχας κάποια στιγμή παύει να αναφέρεται στο μοντέρνο ως αισθητική πρακτική της νεωτερικότητας, ή εν τέλει ως στυλ, δηλ. σύνολο μορφών, και αποτελεί πλέον την ενσωμάτωση του νέου. Νομίζω ότι αυτό που παρατηρούμε και στην ελληνική περίπτωση είναι ότι το μοντέρνο ενσωματώνεται στον τουρισμό στη μεταπολεμική περίοδο κυρίως μέσω της κρατικής αλυσίδας των Ξενία αλλά και άλλων ξενοδοχείων που φτιάχνουν ορισμένοι ιδιώτες –ένα εξαιρετικό παράδειγμα είναι τα ξενοδοχεία Αμαλία που σχεδιάζει ο Νίκος Βαλσαμάκης τη δεκαετία του ’60. Το μοντέρνο ουσιαστικά με την αρχική του έννοια που φέρει ιδιαίτερα μορφικά χαρακτηριστικά κυριαρχεί στη μεταπολεμική περίοδο και έχει ιδεολογικό υπόβαθρο. Η Ελλάδα εμφανίζεται μέσω του μοντέρνου ως μια χώρα που έχει βγει από τον πόλεμο και τον εμφύλιο και την οικονομική καταστροφή και προβάλλεται ως χώρα προοδευτική που θέλει να ανοιχτεί στη διεθνή σκηνή και να υποδεχτεί τους ξένους τουρίστες. Το μοντέρνο εκφράζει αυτή την αισιοδοξία, τον διεθνισμό, την εξωστρέφεια και αυτό που επιτυγχάνεται στην περίοδο του 50΄και του 60’ είναι ο συγκερασμός, για τον οποίο μιλήσαμε και για τους βραζιλιάνους, μεταξύ του τοπικού και του διεθνούς και η δημιουργία ενός ελληνικού μοντέρνου ιδιώματος που εμφανίζεται στα Ξενία, στα έργα του Βαλσαμάκη, αλλά και της ομάδας Βασιλειάδη, Βουρέκα, Σακελλάριου.

Ε.Ζ. Έχει να κάνει αποκλειστικά με τον τουρισμό δηλαδή;

 Γ. Αι. Όχι, υπάρχει και σε άλλες εκφάνσεις. Υπάρχει και στις πολυκατοικίες και στις μονοκατοικίες… Η έκθεση στην Μπιενάλε εστιάζει στην αρχιτεκτονική του τουρισμού αλλά η εμφάνιση του μοντέρνου είναι πολύ ευρύτερη. Η περίοδος του 50’ και του 60’ στην ελληνική αρχιτεκτονική είναι μια περίοδος έντονης εξωστρέφειας και ενσωμάτωσης του μοντέρνου στην ελληνική αρχιτεκτονική και παραγωγής ενός ιδιαίτερα πρωτότυπου ελληνικού μοντέρνου ιδιώματος. Την ίδια στιγμή, κοινωνικοί μετασχηματισμοί που συντελούνται την εποχή εκείνη βρίσκουν στη μοντέρνα αρχιτεκτονική την απαραίτητη χωρική τους έκφραση.

Ε.Ζ. Οπότε θεωρείτε ότι μπορούμε να μιλάμε για ουσιαστική αφομοίωση του μοντερνισμού.

Γ. Αι. Ναι, για ουσιαστική αφομοίωση.

Ε.Ζ. Αυτό είχε συνέχεια ή κάποια στιγμή σταματάει;

Γ. Αι. Αυτό στη συνέχεια θα χαλαρώσει κάπως στην περίοδο του 70’, με τη Χούντα και με άλλα γεγονότα που αρχίζουν να λαμβάνουν χώρα στη διεθνή σκηνή, όπως, για παράδειγμα, η διεθνής αμφισβήτηση του μοντέρνου και η εισαγωγή του μεταμοντέρνου που ξεκινά στα τέλη του 60’ και εντείνεται στις δεκαετίες που ακολουθούν. Δύο πράγματα κυριαρχούν σε αυτή τη στροφή. Το ένα είναι η διεθνής συζήτηση για την ανάγκη στροφής προς την Ιστορία, προς το παρελθόν, προς την οικειοποίηση και τον δανεισμό μορφών του παρελθόντος. Ο Aldo Rossi μιλάει την ίδια εποχή για την ιστορική ευρωπαϊκή πόλη, ο Robert Venturi για την πολυπλοκότητα και την αντίφαση της αρχιτεκτονικής. Η απόλυτη εστίαση στην καθαρότητα και το νέο που υποστήριζε το μοντέρνο αρχίζει να αμφισβητείται και αναζητείται κάτι διαφορετικό. Αυτό είναι το διεθνές πλαίσιο. Το δεύτερο που συμβαίνει την εποχή εκείνη είναι η ανάπτυξη διαφόρων νομοθετικών πλαισίων που προστατεύουν ουσιαστικά την παραδοσιακή αρχιτεκτονική, την αρχιτεκτονική κληρονομιά. Επομένως όλο και λιγότερο μπορεί κανείς να σχεδιάσει κάτι καινούριο σε ένα προστατευόμενο οικισμό ή σε ένα περιβάλλον που έχει ιστορικά κτίρια ή ιστορικά σύνολα – μιλάω για τα νησιά, τις Κυκλάδες, τα Ζαγοροχώρια, το Πήλιο, τη Μονεμβασιά κλπ. Στα μέσα της δεκαετίας του ’70 ξεκινάει και το πρόγραμμα του ΕΟΤ για την προστασία και την ανάπτυξη των παραδοσιακών οικισμών που αφορούν ουσιαστικά στις πιο πάνω περιπτώσεις. Αυτά τα δύο στοιχεία, το διεθνές αρχιτεκτονικό πλαίσιο από τη μια μεριά και το νομοθετικό πλαίσιο με την προσπάθεια και το πρόγραμμα του ΕΟΤ από την άλλη, στρέφουν την αρχιτεκτονική μακριά από το μοντέρνο προς την επαναοικειοποίηση και την επαναεισαγωγή μορφών του παρελθόντος.

Ε.Ζ. Πρόκειται για ένα είδος εσωστρέφειας;

Γ. Αι. Είναι σίγουρα εσωστρέφεια. Η αναζήτηση του νέου αμφισβητείται. Αναζητείται περισσότερο η επανερμηνεία ή ο επανασχεδιασμός του παλαιού, του υπάρχοντος, του ιστορικού.

Ε.Ζ. Πρόκειται για μία διεθνή τάση αυτό που μου περιγράφετε;

Γ. Αι. Ναι. Είναι μία διεθνής τάση.

Ε.Ζ. Επομένως η νεωτερικότητα μέχρι το 2014 πώς εκδηλώνεται;

Γ. Αι. Θα σας πω. Αυτό που περιγράφουμε και αυτό που παρουσιάζουμε και στην έκθεση είναι ότι σιγά-σιγά λαμβάνει χώρα στην ελληνική τουριστική αρχιτεκτονική η «αποκοπή» του εξωτερικού από το εσωτερικό. Δηλαδή αυτό που περιγράφα νωρίτερα, η αναζήτηση των μορφών του παρελθόντος, αφορά τελικά το εξωτερικό, αφορά το κέλυφος το οποίο μοιάζει να αποδίδεται στην παράδοση ή στην Ιστορία ενώ το εσωτερικό, απελευθερωμένο, αποκομμένο από το εξωτερικό, από το κέλυφος, ακολουθεί το δικό του δρόμο. Επομένως το νεωτερικό μοιάζει να απασχολεί πια το εσωτερικό. Έτσι το εσωτερικό γίνεται το πεδίο της αναζήτησης του νέου, των αρχιτεκτονικών φαντασιών, των αρχιτεκτονικών πειραματισμών και του διεθνούς. Το νεωτερικό πλέον αφορά το εσωτερικό το οποίο αποκτά όλο και περισσότερη σημασία – το εξωτερικό μοιάζει να είναι σε κάποιο βαθμό δεδομένο. Αυτή η ανάπτυξη του εσωτερικού συνεχίζεται και στα χρόνια μέχρι το 2000 και στα χρόνια της ευδαιμονίας, τα προ της κρίσης, την εποχή της υπερβολής, όπου το εσωτερικό αποκτά ιδιαίτερες διαστάσεις, ενσωματώνει στοιχεία π.χ. καλλωπισμού του σώματος και ευεξίας – πισίνες, μασάζ, σπα, τεχνολογικά gadgets, φωτισμούς… Το εσωτερικό αποκτά μία διάσταση πολύ σημαντική και το εξωτερικό μοιάζει να εξαφανίζεται.

Ε.Ζ. Ναι, αυτό όσον αφορά στα τουριστικά καταλύματα. Γενικότερα;

Γ. Αι. Γενικότερα δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Στις πόλεις, για παράδειγμα, που δεν αποτελούν διατηρητέους οικισμούς δεν υπάρχουν κανόνες για το εξωτερικό των κτιρίων, για το κέλυφος.

Ε.Ζ. Οπότε το νεωτερικό;

Γ. Αι. Το νεωτερικό συνεχίζει σε κάποιο βαθμό αλλά ταυτόχρονα υπάρχει και η παρουσία της Ιστορίας. Δηλαδή ζούμε σίγουρα στη μεταμοντέρνα εποχή όπου συνυπάρχει ουσιαστικά και η αναζήτηση του νέου, του νεωτερικού αλλά και η ενασχόληση με την παράδοση και την Ιστορία. Δεν υπάρχει η κυριαρχία του μοντέρνου όπως υπήρχε στη μεταπολεμική περίοδο. Πολλοί αρχιτέκτονες και πελάτες αντίστοιχα έχουν στραφεί προς το παρελθόν, αναζητώντας τη συνέχεια με αυτό. Όμως εδώ υπάρχουν και άλλα ζητήματα. Για παράδειγμα πολλοί άνθρωποι θεωρούν πως η πολιτισμική συνέχεια υλοποιείται μέσα από τις αρχιτεκτονικές μορφές δηλαδή την επανάληψη, την αντιγραφή, το δανεισμό μορφών του παρελθόντος. Άρα το παρελθόν είναι πάντα παρόν στην εποχή μας. Την ίδια στιγμή όμως υπάρχουν και πάρα πολλοί αρχιτέκτονες αλλά και πελάτες που αναζητούν ή επιθυμούν νέες μορφές, διαφορετικές, αφαιρετικές, μοντέρνες. Επομένως θα έλεγα γενικά και όχι σε σχέση με τον τουρισμό ότι η εποχή μας χαρακτηρίζεται από μια πολυπλοκότητα και παρουσία διαφορετικών προσεγγίσεων. Δεν υπάρχει μία κυρίαρχη όπως παλιότερα. Στον τουρισμό όμως παρατηρούμε αυτή την πολύ ενδιαφέρουσα κατά τη γνώμη μου ‘αποκοπή’ του εσωτερικού από το εξωτερικό. Αυτή η αναζήτηση της νεωτερικότητας δεν είναι η αναζήτηση αναγκαστικά του μοντέρνου όπως είχε διατυπωθεί μεταπολεμικά αλλά περισσότερο μία αναζήτηση του νέου στις διαφορετικές εκφάνσεις του.

Ε.Ζ. Στις προτάσεις που κατέθεσαν οι αρχιτέκτονες στην Μπιενάλε αυτό τηρήθηκε δηλ. το να προστατευθεί το κέλυφος και να ‘πειραχτεί’ το εσωτερικό;

Γ. Αι. Όχι, αυτό δεν τέθηκε ως προϋπόθεση. Ήταν ανοιχτό στον καθένα να το διατυπώσει. Αυτό που υπάρχει στις προτάσεις της Μπιενάλε είναι η ύπαρξη δύο διαφορετικών ομάδων. Μια ομάδα σχεδίασε νέα έργα από το μηδέν και μία ομάδα αντιμετώπισε το ζήτημα της επανάχρησης που μοιάζει θεμελιώδες στην εποχή που ζούμε. Τέτοιου είδους ερωτήματα, του πώς θα συμβεί η νέα τουριστική ανάπτυξη στην εποχή μας, θέτουν και τέτοια ζητήματα, του πώς μπορούμε για παράδειγμα να χρησιμοποιήσουμε το κτιριακό απόθεμα που υπάρχει από το παρελθόν χωρίς αναγκαστικά να χτίσουμε ξανά από το μηδέν. Υπάρχουν πολλά κτίρια, και μάλιστα πολλά από αυτά είναι μοντέρνα της δεκαετίας του ’70, τα οποία εγκαταλείφθηκαν ή δεν τέλειωσαν ποτέ και τα οποία μπορούν να αποτελέσουν τη μαγιά για τη δημιουργία ενός νέου τουριστικού αποθέματος, που δε χρειάζεται να φτιαχτεί από το μηδέν αλλά να επανανασχεδιαστεί, να τροποποιηθεί.

Ε.Ζ. Αντέχουν τα υλικά αυτού του κτιριακού αποθέματος;

Γ. Αι. Ούτως ή άλλως τα κτίρια αυτά πρέπει με κάποιο τρόπο να ενισχυθούν, δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως έχουν. Μια πολύ χαμηλού βαθμού επέμβαση παρουσιάζεται στην πρόταση του Α. Αγγελιδάκη που προτείνει την κατοίκηση ενός ερειπίου στη Νάξο, σε μια μορφή κατασκήνωσης μέσα στο εγκαταλελειμμένο κτήριο. Υπάρχει η πρόταση των Flux Office, που είναι μια πιο σύνθετη επέμβαση σε υπάρχοντα σκελετό ξενοδοχειακού συγκροτήματος στη Λακωνία και η πρόταση των A. Zaera Polo & M. Llaguno Architecture από την Αμερική, που ουσιαστικά προτείνουν ένα νέο καμουφλάζ, μια νέα επιδερμίδα ή ένα νέο φόρεμα –το παρουσιάζουν ως nature suit, ένα είδος φυσικής περιβολής– που καμουφλάρει το μοντέρνο κτίριο και του δίνει μια φυσική φορεσιά που μοιάζει να ενσωματώνεται στο τοπίο. Άρα υπάρχουν διαφορετικές διαβαθμίσεις επέμβασης.

Μετά υπάρχει η άλλη ομάδα των προτάσεων που σχεδιάζουν από το μηδέν νέα κτίρια προσπαθώντας να αντιμετωπίσουν διάφορα ζητήματα που μοιάζουν κυρίαρχα στη σημερινή συζήτηση περί του τουρισμού όπως για παράδειγμα η υπερβολική σημασία της θέας όπως φαίνεται στην πρόταση Bedrock των Λουκοπούλου, Μπερτάκη και Πανηγύρη. Οι περισσότερες τουριστικές αναπτύξεις βασίζονται στην αναζήτηση της προνομιούχας θέας γεγονός που μοιάζει να καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την ίδια την αρχιτεκτονική τους αλλά και την εξάπλωσή τους στο φυσικό τοπίο, όπως πραγματεύεται η πρόταση As if των Buerger και Κατσώτα.

Ε.Ζ. Η αρχιτεκτονική για τον Le Corbusier οφείλει να ικανοποιεί τρεις θεμελιώδεις κατηγορίες αξιών: της κατασκευαστικής αναγκαιότητας, της λειτουργικής εξυπηρέτησης και της αισθητικής ικανοποίησης. Ποια είναι η δική σας άποψη σχετικά;

Γ. Αι. Συμφωνώ. Προφανώς το κτίριο πρέπει να φέρει, να μπορεί να σταθεί, να έχει στατική επάρκεια και λειτουργικότητα αλλά προφανώς πρέπει να έχει και αισθητική διάσταση, αυτό που ο Λε Κορμπιζιέ περιέγραφε ως πλαστικότητα της μορφής, ώστε να μπορεί να ξεφύγει από το επίπεδο της απλής οικοδομής και να περάσει σε αυτό που ονομάζουμε αρχιτεκτονική, δηλ. την τέχνη του οικοδομείν.

Ε.Ζ. Είναι εφικτό αυτό να συμβαίνει;

Γ. Αι. Είναι απολύτως εφικτό. Απλώς δεν συμβαίνει συχνά, απαιτεί ιδιαίτερη προσπάθεια και ικανότητα.

Ε.Ζ. Γιατί;

Γ. Αι. Γιατί πολύ συχνά η αρχιτεκτονική είναι ένα τμήμα της παραγωγικής διαδικασίας και αποτελεί απλό εμπόρευμα. Είναι ένας τρόπος δηλαδή για την παραγωγή χώρων στους οποίους κατοικούν άνθρωποι δίχως να υπάρχει αυτό το τελευταίο που συζητήσαμε δηλ. η αισθητική διάσταση, η πλαστικότητα της μορφής που ανάγει το κτίριο σε τέχνη. Αντιμετωπίζεται απλά ως οικοδόμημα.

E.Z. Ας εστιάσουμε τη συζήτησή μας στην Αθήνα. Πώς θα προσδιορίζατε την ταυτότητα της σύγχρονης αρχιτεκτονικής που υλοποιείται σε αυτήν;

 Γ. Αι. Και αυτή είναι μια μεγάλη συζήτηση γιατί ουσιαστικά τα μεγάλα έργα που έγιναν τα τελευταία χρόνια στην Αθήνα είναι τα περισσότερα έργα ξένων αρχιτεκτόνων. Αν ξεκινήσουμε από τα Ολυμπιακά έργα του S. Calatrava, θα πάμε στο μουσείο Ακρόπολης του Bernard Tschumi και τώρα στο υπό κατασκευή έργο της λυρικής και της βιβλιοθήκης που κάνει ο Renzo Piano στο Φάληρο ή την ανάπλαση του Ελληνικού της οποίας το master plan σχεδίασε ο Norman Foster. Τα έργα αυτά σε μεγάλο βαθμό καθορίζουν και τη σύγχρονη φυσιογνωμία της πόλης. Την ίδια στιγμή όμως υπάρχουν πάρα πολλοί έλληνες αρχιτέκτονες που μπορούν να παράξουν εξαιρετικά ποιοτικό έργο. Οι περισσότεροι από αυτούς είναι άνθρωποι που έχουν σπουδάσει στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, έχουν εκτεθεί στη διεθνή συζήτηση αλλά συχνά δεν έχουν την ευκαιρία να υλοποιήσουν τις προτάσεις τους και νομίζω ότι αυτό είναι ένα μεγάλο πρόβλημα, το οποίο έχει ενταθεί και με την κρίση, γιατί τα τελευταία χρόνια δεν υπάρχει ουσιαστικά παραγωγή της αρχιτεκτονικής σε κτισμένη μορφή.

Η σύγχρονη Αθήνα είναι σε μεγάλο βαθμό η Αθήνα που ξέραμε εδώ και κάποια χρόνια με την προσθήκη αυτών των μεγάλων έργων που ανέφερα πριν, τα οποία προφανώς έχουν ιδιαίτερη σημασία για την πόλη γιατί αποτελούν τοπόσημα, σημεία αναφοράς, συγκεντρώνουν δραστηριότητες και δημιουργούν πυκνώσεις γύρω τους. Νομίζω όμως ότι είναι πολύ σημαντική και η μικρή κλίμακα των έργων των διαφόρων αρχιτεκτόνων είτε πρόκειται για ένα μικρό κτίριο πολυκατοικίας είτε για μία μονοκατοικία, τα οποία όμως τις περισσότερες φορές δεν υλοποιούνται. Έτσι, βλέπουμε να υπάρχει μια πολλά υποσχόμενη νέα ελληνική αρχιτεκτονική σε μη υλοποιημένα όμως έργα, έργα που παραμένουν στο χαρτί.

Ε.Ζ. Οπότε, όλο αυτό που μου περιγράφετε, τι λέει για την ταυτότητα της ελληνικής αρχιτεκτονικής, δηλαδή κάποιος που θα έρθει στην Αθήνα τι θα αποκομίσει;

Γ. Αι. Αυτό που κυριαρχεί σε μεγάλο βαθμό είναι η μοντέρνα πόλη που χτίστηκε το 50΄, το 60΄και το 70΄. Αυτή είναι ουσιαστικά η κύρια εικόνα της πόλης – ‘η πόλη της πολυκατοικίας’, που υλοποιήθηκε με την επανάληψη του κτιριακού τύπου της πολυκατοικίας. Φυσικά υπάρχουν κάποια μεμονωμένα παραδείγματα σημαντικών κτιρίων –κατά τη γνώμη μου το μουσείο της Ακρόπολης είναι ίσως το σημαντικότερο παράδειγμα της εποχής μετά το ’70– που παρουσιάζουν κάτι διαφορετικό. Αλλά το στοιχείο που κατ’ εμέ χαρακτηρίζει την Αθήνα είναι ο χαρακτήρας της μοντέρνας πόλης, της ‘πόλης της πολυκατοικίας’, ενός ιδιαίτερα σημαντικού δημιουργήματος που όμως δεν προφταίνουμε να αναλύσουμε περισσότερο στα συγκεκριμένα χρονικά πλαίσια.

E.Z. Πολύς λόγος γίνεται το τελευταίο χρονικό διάστημα για το δημόσιο χώρο και τη χρήση του. Στη συζήτηση συχνά εμπλέκονται δυναμικά ομάδες πολιτών – αναφέρω χαρακτηριστικά το παράδειγμα του Εθνικού Κήπου και τις αντιδράσεις που προκάλεσε η πρωτοβουλία του οργανισμού ΝΕΟΝ για την ανάπλασή του και την παρουσίαση έργων σύγχρονης τέχνης σε αυτόν.

Πόσο εξοικειωμένοι είμαστε οι πολίτες της Αθήνας με την έννοια του δημόσιου χώρου, ώστε να λάβουμε μέρος σε έναν εποικοδομητικό διάλογο για τον προσδιορισμό, τη διαμόρφωση/αναμόρφωση, τη χρήση αλλά και τη διαχείρισή του;

Γ. Αι. Τώρα πάμε σε ένα μεγάλο θέμα γιατί με τον τρόπο που χτίστηκε η ελληνική πόλη αλλά και η Αθήνα, ως το κατ’ εξοχήν παράδειγμα της ελληνικής πόλης, το πρωτεύον ήταν ο ιδιωτικός χώρος. Είχα γράψει ότι η ελληνική πόλη είναι μία ‘ιδιωτική πόλη’ εννοώντας ότι όλο το βάρος δόθηκε στην παραγωγή, στην κατασκευή της πολυκατοικίας που είναι ένα ιδιωτικό κτίριο που κατασκευάζεται από ιδιώτες και πουλιέται ως κατοικία ιδιωτών. Πολύ λίγη σημασία και ενδιαφέρον είχε δοθεί στον δημόσιο χώρο που έμοιαζε να είναι ένα είδος υπολείμματος του ιδιωτικού. Ουσιαστικά οι πόλεις παράγονταν ως ‘ιδιωτικές πόλεις’, πόλεις του ιδιωτικού χώρου, και αυτό που περίσσευε ήταν ο δημόσιος χώρος. Δεν είχε δημιουργηθεί κουλτούρα για το δημόσιο χώρο, μια αντίληψη για το πώς αυτός θα πρέπει να σχεδιάζεται, να χρησιμοποιείται και τι να περιέχει.

Σιγά-σιγά τα τελευταία χρόνια άρχισαν να υπάρχουν επεμβάσεις στο δημόσιο χώρο, κάτι απολύτως φυσικό κυρίως μέσα από πεζοδρομήσεις και επανασχεδιασμούς πλατειών, με όχι ιδιαίτερα επιτυχημένα σχεδιαστικά αποτελέσματα. Επίσης αυτό που κυριαρχεί στις συζητήσεις για τον δημόσιο χώρο στην Ελλάδα είναι ότι, ακριβώς επειδή υπήρξε το υπόλειμμα του ιδιωτικού, οι πολίτες μοιάζουν να ζητούν πάντα περισσότερο ‘πράσινο’. Η ιδιωτική πόλη, η πόλη της πολυκατοικίας ήταν για τους περισσότερους μια πόλη αφιλόξενη, μια βρόμικη τσιμεντούπολη, ένα είδος αναγκαστικού κακού από την οποία οι περισσότεροι δραπέτευαν με κάθε ευκαιρία τα Σαββατοκύριακα και στις διακοπές προς την εξοχή και τα χωριά. Αυτή λοιπόν η πόλη χρειαζόταν να εξωραϊστεί μέσω της προσθήκης ‘πρασίνου’.

Ε.Ζ. Εσείς διαφωνείται με αυτού του είδους τον εξωραϊσμό;

Γ. Αι. Όχι, απλώς δεν ξέρω τι ακριβώς είναι το ‘πράσινο’. Θέλω να καταλήξω στο ότι, σε αντίθεση με το χτισμένο που είναι η πολυκατοικία, η τσιμεντούπολη, τοποθετήθηκε το ‘πράσινο’, κάτι ασαφές –τι είναι, μιλάμε για δέντρα, για φυτά, για γκαζόν, χωρίς απαραίτητα κάποια συγκεκριμένη σχέση μεταξύ τους, τι ακριβώς είναι; Μια ασαφής έννοια που μοιάζει να αποτελεί το αντίθετο του χτισμένου. Ενώ δεν υπάρχει κάποια κουλτούρα για το δημόσιο χώρο η αναζήτηση του πρασίνου παραμένει ισχυρή.

Ένα άλλο στοιχείο που παρατηρούμε την εποχή της κρίσης είναι η ανάπτυξη της παρουσίας και της δραστηριότητας των κοινωφελών ιδρυμάτων και των ομάδων πολιτών. Στην εποχή της κρίσης παρατηρούμε ότι το κράτος, η πολιτεία, μετατρέπεται, μετασχηματίζεται σε ‘αδύναμο κράτος’, σε ‘αδύναμη πολιτεία’, που αδυνατεί να υποστηρίξει το δημόσιο χώρο. Έτσι αναδεικνύονται άλλοι που αρχίζουν να αναλαμβάνουν το ρόλο της πολιτείας. Αυτοί είναι, από τη μία πλευρά, σε μικρή κλίμακα, οι ομάδες πολιτών είτε λέγονται atenistas είτε λέγονται επιτροπές γειτονιών είτε όποιες άλλες συλλογικότητες. Από την άλλη πλευρά, στη μεγάλη κλίμακα, υπάρχουν τα κοινωφελή ιδρύματα που μοιάζουν να αποκτούν και αυτά λόγο και ρόλο στο σχεδιασμό του δημόσιου χώρου. Υπάρχει επομένως μία συνύπαρξη των δύο που προφανώς λειτουργούν διαφορετικά, οι μεν ομάδες πολιτών λειτουργούν με μικρής κλίμακας έργα, συνήθως χαμηλού κόστους και χωρίς ιδιαίτερη σχεδιαστική διάσταση, τα δε κοινωφελή ιδρύματα προσλαμβάνουν αρχιτέκτονες και κάνουν διαγωνισμούς για σχεδιασμένα έργα μεγάλης κλίμακας και υψηλού κόστους αντίστοιχα. Αυτή η συνύπαρξη των δύο περιγράφει τη σημερινή κατάσταση στην εποχή της κρίσης.

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να κάνω ένα σχόλιο σε σχέση με αυτό που συζητάμε. Το ενδιαφέρον μιας ομάδας για τον δημόσιο χώρο, είτε αυτή λέγεται ομάδα πολιτών είτε λέγεται κοινωφελές ίδρυμα, δεν σημαίνει ότι αυτό το ενδιαφέρον μπορεί να υλοποιηθεί ανεξέλεγκτα στο δημόσιο χώρο. Το γεγονός ότι εγώ μπορώ να προσφέρω την εργασία μου ή μπορώ να προσφέρω χρήματα ή μπορώ να προσφέρω υποστήριξη ή οτιδήποτε δε σημαίνει ότι ο δημόσιος χώρος μου ανήκει και μπορώ να επέμβω. Άρα τίθεται ένα ζήτημα διαδικασιών, οι οποίες προφανώς δεν έχουν διευκρινιστεί και αυτό είναι ένα πρόβλημα για εμάς ως κοινωνία. Ποιοι είναι οι τρόποι και ποιες είναι οι διαδικασίες μέσα από τις οποίες κάποιος μπορεί να επέμβει και να σχεδιάσει το δημόσιο χώρο; Αυτό είναι ένα βασικό ερώτημα κατά τη γνώμη μου δεδομένου ότι ακριβώς ο δημόσιος χώρος δεν ανήκει σε κανέναν από αυτούς αλλά ανήκει σε όλους. Με τον ίδιο τρόπο, δεν είναι αυτονόητο ότι μια ομάδα μπορεί να βάψει μια σκάλα κίτρινη ή μπλε, ωραιοποιώντας την ας το πούμε, ανεξάρτητα από αυτούς που μένουν εκεί δίπλα. Υπάρχει δηλαδή το ερώτημα του κατά πόσο δικαιούνται τελικά να το κάνουν. Το ίδιο ισχύει και για την προτεινόμενη αλλαγή και επανασχεδιασμό της Πανεπιστημίου και σημαντικών πλατειών της Αθήνας μέσα από το πρόγραμμα Rethink Athens, το οποίο προτείνει τη μεγαλύτερη διαδικασία επανασχεδιασμού της πόλης που έχει γίνει ποτέ από τη- στιγμή που έγινε η πρωτεύουσα του σύγχρονου ελληνικού κράτους.

Για παράδειγμα το κυκλοφοριακό όπως προτείνεται, φαίνεται να έχει πολλά προβλήματα αποκόπτοντας σε μεγάλο βαθμό το ανατολικό τμήμα της πόλης από το δυτικό. Ερχόμενος, για παράδειγμα, από τις στήλες του Ολυμπίου Διός είναι πάρα πολύ δύσκολο να βρεθείς στην Ομόνοια καθώς θα πρέπει να αρχίσεις να μπλέκεσαι μέσα στα μικρά στενά της πόλης.

Ε.Ζ. Λαμβάνονται υπόψη τα ερωτήματα αυτά;

Γ. Αι. Φαντάζομαι, ελπίζω. Μοιάζει πως δεν είχαν ληφθεί και πολύ υπόψη μέχρι τώρα.

Ε.Ζ. Μάλιστα. Ας ελπίσουμε ότι όντως λαμβάνονται υπόψη.

Οπότε θεωρείτε ότι δεν είμαστε και τόσο εξοικειωμένοι με τον δημόσιο χώρο.

 Γ. Αι. Θεωρώ ότι δεν είμαστε εξοικειωμένοι, ακριβώς γιατί δεν είχαμε αναπτύξει καμία κουλτούρα δημόσιου χώρου ή της χρήσης του παρά μόνο τη λογική, την αντίληψή του ως το άλλο, το έτερο, του ιδιωτικού. Έχει επίσης ενδιαφέρον για εμένα το παράδειγμα των διαφόρων πάρκων που έγιναν όπως το πάρκο Ναυαρίνου ή το πάρκο στην οδό Κύπρου στα Πατήσια, όπου ουσιαστικά αυτό που κατασκευάστηκε είναι ‘πρωταρχικές μορφές φύσης’, ένα είδος φύσης ‘degree zero’, φύση σε σημείο μηδέν, δηλαδή δέντρα και θάμνοι που βγαίνουν μέσα από το χώμα χωρίς σχέδιο. Αυτό ακριβώς ενισχύει την πεποίθησή μου ότι η αναζήτηση του άλλου είναι η αναζήτηση του ‘πρασίνου’, με την έννοια του αντίθετου του χτισμένου, σε μια πρωταρχική σχεδόν μορφή. Όχι ως σχεδιασμένου πρασίνου, ως πάρκου, αλλά ‘ασχεδίαστα’, ‘πρωταρχικά’.

Ε.Ζ. Είναι ο δημόσιος χώρος απλά ένας χώρος περιπάτου και ανάπαυλας ή μπορούμε να διεκδικήσουμε περισσότερα για αυτόν; ποιο είναι το δικό σας όραμα;

 Γ. Αι. Νομίζω ότι ο δημόσιος χώρος είναι ένας χώρος πολιτικός, ένας χώρος ιδεολογικός γιατί εκφράζει την κάθε φορά επικρατούσα, κυριαρχούσα εξουσία. Αν δούμε ας πούμε το δημόσιο χώρο σε εποχές στις οποίες κυριαρχούσαν οι βασιλείς, οι φεουδάρχες ή η εκκλησία πάντα ο δημόσιος χώρος ήταν μια έκφραση της εκάστοτε κυρίαρχης εξουσίας. Επομένως και τώρα αυτό που πρέπει να σκεφτούμε είναι πώς στη σημερινή μας κοινωνία, την όλο και περισσότερο πολυπολιτισμική, όλο και περισσότερο απομακρυνόμενη από τη μία, τη μοναδική ταυτότητα, από το συμπαγές, το ομοιογενές, το εθνικό… πώς μπορεί ο δημόσιος χώρος να εκφράσει αυτή τη νέα κατάσταση και, ταυτόχρονα, να προσφέρει χώρους αναψυχής και ξεκούρασης για το νέο ετερογενές σώμα πολιτών.

Ε.Ζ. Η αρχιτεκτονική έχει να συνεισφέρει στη συζήτηση για το δημόσιο χώρο και με ποιον τρόπο;

 Γ. Αι. Ο σχεδιασμένος δημόσιος χώρος έχει ένα κομμάτι που σχεδιάζεται από αρχιτέκτονες και ένα άλλο κομμάτι που έχει να κάνει με τη χρήση του από τους ανθρώπους. Άρα έχει να κάνει με την συνύπαρξη ανθρώπων σε ένα σχεδιασμένο χώρο. Το κομμάτι του σχεδιασμένου χώρου, δηλαδή το πώς αυτός ο χώρος υλοποιείται αφορά προφανώς στους αρχιτέκτονες. Οι αρχιτέκτονες ασχολούνται με τον σχεδιασμό του δημόσιου χώρου – νομίζω ότι είναι προφανές. Ο δημόσιος χώρος αποτελεί και αυτός όπως και τα κτίρια ένα κομμάτι του αντικειμένου με το οποίο ασχολούνται οι αρχιτέκτονες. Ο δημόσιος χώρος είναι ένας χώρος που σχεδιάζεται ώστε να μπορεί να χρησιμοποιείται με διαφορετική μορφή από ότι μια κατοικία ή ένα γραφείο από διαφορετικές ομάδες ανθρώπων και να έχει ταυτόχρονα τμήματα στεγασμένα αλλά και κυρίως υπαίθρια. Τμήμα της δουλειάς και του αντικειμένου των αρχιτεκτόνων είναι και ο σχεδιασμός του δημόσιου χώρου, όπως είναι και ο σχεδιασμός των κτιρίων.

Ε.Ζ. Η σύγχρονη τέχνη πρέπει να έχει θέση στον πολεοδομικό και αρχιτεκτονικό σχεδιασμό του δημόσιου χώρου ή θα πρέπει να έρχεται σε ένα επόμενο στάδιο να ‘προστίθεται’ σε αυτόν;

 Γ. Αι. Θα ήταν κατά τη γνώμη μου πολύ ενδιαφέρον η τέχνη να αποτελεί μέρος της διαδικασίας σχεδιασμού και όχι κάτι το οποίο έρχεται εκ των υστέρων – ένα γλυπτό παραδείγματος χάρη που τοποθετείται στο δημόσιο χώρο. Είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα ως διαδικασία η ταυτόχρονη συνύπαρξη της αρχιτεκτονικής με την τέχνη και η συζήτηση για το πώς η τέχνη του δημόσιου χώρου θα μπορούσε να αποτελέσει στοιχείο του σχεδιασμού του από την δεύτερη εναλλακτική στην οποία ένα άγαλμα ή μία εγκατάσταση τοποθετείται εκ των υστέρων και συχνά ότι τόσο επιτυχημένα στο δημόσιο χώρο.

Ε.Ζ. Θα θέλατε να κλείσουμε αυτή τη συζήτησή λέγοντας μας για τη συνέχεια που θα έχουν τα Τοπία Τουρισμού στην Ελλάδα;

Γ. Αι. Ναι, η έκθεση μεταφέρεται στην Ελλάδα, στην Αθήνα και συγκεκριμένα τον Φεβρουάριο στο μουσείο της Ακρόπολης. Θα ήθελα παράλληλα, δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω τελικά, να διοργανώσω και μια συζήτηση γύρω από τα ζητήματα αυτά που συζητήσαμε και εμείς σήμερα, γιατί νομίζω ότι ο τουρισμός είναι κάτι πολύ πέρα από την αρχιτεκτονική. Ο τουρισμός ενσωματώνει την αρχιτεκτονική αλλά ενσωματώνει και πάρα πολλές άλλες ειδικότητες είτε αυτοί είναι οι κρατικοί φορείς που χαράζουν την τουριστική πολιτική, τα υπουργεία, ο ΕΟΤ είτε είναι οι ξενοδόχοι, οι επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται στον τομέα αυτό, είτε είναι οι τουρίστες –όλοι μας έχουμε υπάρξει τουρίστες και θα συνεχίσουμε να υπάρχουμε σε κάποιες φάσεις της ζωής μας– είτε είναι οι μάνατζερ, αυτοί που προωθούν διάφορα ξενοδοχεία – υπάρχει ολόκληρος τομέας που ασχολείται με το management ξενοδοχείων, με το πώς τρέχεις ένα ξενοδοχείο γιατί δε σημαίνει ότι ο ιδιοκτήτης πάντα κάνει και το management όπως υπάρχει και ο τομέας του branding που ασχολείται με το πώς μπορείς να ‘πουλήσεις’ ένα προϊόν ή ακόμη και έναν προορισμό. Όλα αυτά συνθέτουν σε κάποιο βαθμό μια πολύπλοκη και πολυδιάστατη ενότητα, τον τουρισμό, που αφορά πάρα πολλούς ανθρώπους. Πέρα από τον φυσικό χώρο, τον χώρο του υλοποιημένου, εμπλέκονται και πάρα πολλές άλλες δραστηριότητες.

Επίσης κάτι άλλο που επιχειρήσαμε να το θέσουμε στην έκθεση και που δεν είναι τόσο απλό –δε το θίξαμε σήμερα στη συζήτησή μας–- έχει να κάνει με την ύπαρξη της ανθρωπολογικής διάστασης στον τουρισμό. Ο τουρισμός δημιουργεί ταυτότητες σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, πλάθει ταυτότητες, τις μεταλλάσσει, τις μετατρέπει σε στερεότυπα. Όταν κανείς πηγαίνει σε έναν προορισμό αναμένει σε ένα βαθμό από πριν κάτι. Άρα αυτό που περιμένει να πάρει το έχει ήδη δει και αυτός που είναι εκεί για να του το προσφέρει είναι δεσμευμένος να του το προσφέρει. Αν του προσφέρει κάτι πολύ διαφορετικό μάλλον δε θα είναι πολύ επιτυχημένο. Όλο αυτό το πλέγμα του πώς ο τουρισμός δημιουργεί ταυτότητες και πώς αυτές οι ταυτότητες μεταλλάσσονται ή γίνονται στερεότυπα έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον και είναι ταυτόχρονα εξαιρετικά σύνθετο.

Ε.Ζ. Πράγματι. Ελπίζω να διοργανωθεί αυτή η συζήτηση και να θιγούν όλα αυτά τα ζητήματα που μας παρουσιάσατε. Σας ευχαριστώ πολύ για το χρόνο σας και για όσα ενδιαφέροντα μας είπατε.

 Γ. Αι. Και εγώ σας ευχαριστώ. Νομίζω ότι αναφερθήκαμε εκτενώς σε δύο βασικά ζητήματα του σύγχρονου προβληματισμού στην αρχιτεκτονική που είναι κατ’ εμέ ο δημόσιος χώρος και η πόλη καθώς και ο τουρισμός, που μοιάζει πιο επίκαιρος παρά ποτέ, του οποίου όμως οι αξίες και οι προτεραιότητες πρέπει να επανακαθοριστούν, σε αυτό το σημείο βρισκόμαστε σήμερα.

 

Δημοσιεύτηκε: περιοδικό The Machine, τεύχος 05.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Inline
Inline