Η ομαδική έκθεση Παράδεισος, μετατόπιση επιλέγει και αναπτύσσεται, με ένα πλούσιο καλλιτεχνικό πρόγραμμα, σε δύο σημαντικούς αρχαιολογικούς χώρους της Κρήτης, στον Αρχαιολογικό Χώρο της Φαιστού και στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Μεσαράς. Αναδεικνύει το εξαιρετικά επίκαιρο ζήτημα των πρακτικών εμπορευματοποίησης και προσφοράς ενός τόπου ως τουριστικού καταναλωτικού προϊόντος, καθώς και τις συνέπειες των πρακτικών αυτών.
Με νέες αναθέσεις, γλυπτικές εγκαταστάσεις, έργα βίντεο, ηχητικές συνθέσεις και επιτελεστικές δράσεις οι συμμετέχοντες καλλιτέχνες/ιδες διερευνούν την έννοια του παραδείσου ως ιστορική, πολιτισμική και πολιτική κατασκευή και εξετάζουν τους τρόπους με τους οποίους διαμορφώνονται το τοπίο, οι κοινότητες και οι μορφές ζωής σε ένα νησί που έχει επανειλημμένα προβληθεί και καταναλωθεί ως παράδεισος.
Οι επιμελητές της έκθεσης Πάνος Γιαννικόπουλος και Κατερίνα Γναφάκη μιλούν στο Ex_posure για την έκθεση Paradise, drift/Παράδεισος, μετατόπιση.
Πώς έχει διαμορφωθεί το περιεχόμενο της λέξης Παράδεισος όσον αφορά σε έναν σύγχρονο ταξιδιωτικό προορισμό όπως η Κρήτη; Πόσο απέχει το πραγματικό από το φαντασιακό στην περίπτωση αυτή;
Κ.ΓΝ. Στην Κρήτη, η λέξη «παράδεισος» έχει διαμορφωθεί ως εμπορικό και πολιτισμικό σλόγκαν: νησί = ήλιος, θάλασσα, αφθονία, αυθεντικότητα, χαλάρωση. Αυτή είναι η εικόνα με την οποία μεγάλωσα, γεννημένη στα Χανιά, και η ίδια εικόνα αναπαράγεται και ενισχύεται διαρκώς μέσω διαφημίσεων, social media και τουριστικών καμπανιών, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Το πραγματικό, επομένως, απέχει από το φαντασιακό, αλλά δεν είναι εντελώς ανεξάρτητο από αυτό. Η Κρήτη διαθέτει πράγματι φυσικό και πολιτισμικό πλούτο, όμως η εικόνα του «παραδείσου» απλοποιεί και εμπορευματοποιεί αυτή την πραγματικότητα. Το φαντασιακό αποκρύπτει ό,τι δεν ταιριάζει στην τουριστική εικόνα: τον καθημερινό μόχθο, τις κοινωνικές ανισότητες, τις περιβαλλοντικές πιέσεις και τις αλλαγές που προκαλεί η μαζική επισκεψιμότητα. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο πραγματικός τόπος βρίσκεται σε διαρκή ένταση με την εικόνα που κατασκευάζεται γι’ αυτόν. Ο «παράδεισος» είναι συχνά παράδεισος για τον επισκέπτη, όχι για τους κατοίκους και το περιβάλλον. Η έκθεση λοιπόν μετακινεί το ερώτημα από το «είναι η Κρήτη παράδεισος;» στο «για ποιον και με ποιους όρους είναι παράδεισος;». Με αυτόν τον τρόπο, ο παράδεισος δεν παρουσιάζεται ως σταθερός προορισμός, αλλά ως αποτέλεσμα ιστορικών, κοινωνικών, οικονομικών και οικολογικών διεργασιών.
Ποιος είναι ο ρόλος των τοπικών κοινωνιών στη διαμόρφωση του τοπίου -με μια ευρύτερη έννοια- ως παράδεισος;
Κ. ΓΝ. Οι τοπικές κοινωνίες δεν είναι απλώς σκηνικό του «παραδείσου». Με τις καθημερινές πρακτικές τους διαμορφώνουν ενεργά το τοπίο. Παράλληλα, καλούνται να υπερασπιστούν τον τόπο τους απέναντι σε εξωτερικές πιέσεις: παράκτιες κατασκευές, ιδιωτικοποίηση χώρων, συρρίκνωση δημοσίου χώρου, υπερτουρισμός. Η πιο ουσιαστική εκδοχή του παραδείσου θα ήταν εκείνη που βασίζεται στην αμοιβαιότητα, την κοινή ευθύνη και την ευημερία όλων, κατοίκων, επισκεπτών και μη ανθρώπινων οργανισμών. Με αυτή την έννοια, οι τοπικές κοινωνίες δεν προστατεύουν μόνο ένα ήδη υπάρχον «παράδεισο». Συμμετέχουν στη δημιουργία ενός διαφορετικού τοπίου, όπου η φιλοξενία δεν συνδέεται με την εξάντληση των πόρων και την κερδοσκοπία, και όπου η ανάπτυξη δεν αποσυνδέεται από τη δικαιοσύνη, τη μνήμη και την οικολογική ισορροπία.
Πώς οι καλλιτέχνες που συμμετέχουν στην έκθεση θίγουν το φαινόμενο της υπόσχεσης/προσφοράς του τόπου ως παράδεισος;
Π. Γ. Η αφετηρία μας είναι ότι ο παράδεισος αποτελεί μια υπόσχεση για έναν τόπο. Ιστορικά, η θέση του μετακινείται διαρκώς, ενώ παραμένει η επιθυμία που επενδύεται σε αυτόν. Αυτή ακριβώς η μετατόπιση βρίσκεται στον τίτλο Paradise Drift. Ο παράδεισος γίνεται αναγνωρίσιμος μέσα από την απόσταση που μας χωρίζει από αυτόν, ως κάτι που χάθηκε, που βρίσκεται αλλού ή που πρόκειται να κατακτηθεί. Αυτή η χρονική και γεωγραφική αστάθεια του παραδείσου διατρέχει και το έργο του Νίκου Σακκαδάκη.
Στην έκθεση εξετάζουμε μια σύγχρονη εκδοχή αυτής της υπόσχεσης, τον τρόπο με τον οποίο ένας τόπος προσφέρεται ως προορισμός και επενδύεται με προσδοκίες απόλαυσης, ελευθερίας, αυθεντικότητας και διαφυγής. Η Κρήτη είναι ιδιαίτερα πρόσφορη για αυτή τη συζήτηση, επειδή η εικόνα της έχει διαμορφωθεί μέσα από αλλεπάλληλα στρώματα προβολών, από την πρόσληψη του μινωικού παρελθόντος μέχρι τη σύγχρονη τουριστική αναπαράσταση του νησιού. Αυτό που μας ενδιαφέρει πολιτικά είναι η απόσταση ανάμεσα στην υπόσχεση και στις συνθήκες που απαιτούνται για να παραχθεί και να συντηρηθεί.
Αρκετά έργα κινούνται αμέσα σε αυτό το πλαίσιο. Στο À la Crète της Ελένης Μπαγάκη, η μορφή των μινωικών πίθων της Φαιστού συναντά εικόνες από έναν γαλλικό τουριστικό κατάλογο της δεκαετίας του 1980. Ένα αντικείμενο που σχετίζεται ιστορικά με την αποθήκευση και τη διακίνηση αγαθών γίνεται φορέας εικόνων μέσα από τις οποίες διακινείται πλέον ο ίδιος ο τόπος ως προορισμός. Στο Where you long to be της Χριστίνας Καραγιάννη και της Βίκης Στείρη, η υπόσχεση εντοπίζεται στην γλώσσα της τουριστικής προβολής. Η «αυθεντική εμπειρία», η ευεξία και η απόδραση εμφανίζονται ως αφηγήματα μέσα από τα οποία η επιθυμία για έναν τόπο μπορεί να τυποποιηθεί και να διοχετευθεί.
Το LUXENIA της Δήμητρας Κονδυλάτου μεταφέρει το βλέμμα από την υπόσχεση της φιλοξενίας στην εργασία που την καθιστά δυνατή. Η τουριστική εμπειρία της ανεμελιάς προϋποθέτει έναν άλλο χρόνο, εκείνον της εποχικής εργασίας, της εξυπηρέτησης και της επαγγελματικά οργανωμένης φροντίδας. Στα έργα του Βασίλη Παπαγεωργίου, αντίστοιχα, η ξαπλώστρα και η ομπρέλα, δύο αντικείμενα ταυτισμένα με την εικόνα της θερινής απόλαυσης, λειτουργούν σκωπτικά μέσα από τη γλυπτική τους μετάφραση. Η ανάπαυση συναντά την αναμονή και την εξάντληση. Η απόλαυση και η εργασία εμφανίζονται έτσι ως διαφορετικές, άνισα κατανεμημένες εμπειρίες του ίδιου τόπου.
Οι Karrabing Film Collective μεταφέρουν αυτή την προβληματική πέρα από το πεδίο του τουρισμού και την τοποθετούν μέσα στην ιστορία της αποικιοκρατίας και της εκμετάλλευσης της γης. Στο The Mermaids, or Aiden in Wonderland, η τοξικότητα του περιβάλλοντος και η βία που ασκείται πάνω στα σώματα αποτελούν όψεις της ίδιας αποικιακής λογικής. Το ερώτημα του «παραδείσου» γίνεται εδώ πολύ πιο θεμελιώδες: ποιος έχει τη δυνατότητα να απολαμβάνει έναν τόπο και ποιος εκτίθεται στις συνέπειες της εκμετάλλευσής του.
Κάθε υπόσχεση παραδείσου εμπεριέχει μια συγκεκριμένη οργάνωση του χώρου, της εργασίας και της πρόσβασης. Το Paradise Drift επιχειρεί να μετακινήσει το βλέμμα από την ελκυστική εικόνα του τόπου προς τις σχέσεις που αυτή συμπυκνώνει. Ο παράδεισος γίνεται έτσι ένα ερώτημα για το ποιος μπορεί να επιθυμεί, να χρησιμοποιεί, να κατοικεί και τελικά να ορίζει έναν τόπο.
Τα έργα συνυπάρχουν/συνομιλούν με το παρελθόν καθώς η έκθεση εκτυλίσσεται στον Αρχαιολογικό Χώρο της Φαιστού και στο Αρχαιολογικό Μουσείο Μεσαράς. Μιλήστε μας για αυτή τη συνύπαρξη και τη δυναμική της.
Π. Γ. Η Φαιστός και το Αρχαιολογικό Μουσείο Μεσαράς αποτελούν ουσιαστικό μέρος της επιμελητικής αφήγησης. Μας ενδιαφέρει η αρχαιολογία ως τρόπος πρόσβασης στο παρελθόν, αλλά και ως διαδικασία ερμηνείας του. Ανάμεσα στο υλικό κατάλοιπο και στην ιστορική αφήγηση μεσολαβούν μέθοδοι, κατηγορίες και ερμηνευτικά σχήματα. Η συνάντηση των σύγχρονων έργων με τη Φαιστό αφορά και τον τρόπο με τον οποίο κάθε παρόν στρέφεται προς το παρελθόν, το ερμηνεύει και επενδύει σε αυτό δικά του ερωτήματα και προσδοκίες.
Αυτή η διάσταση βρίσκεται στον πυρήνα του Reconstructing Eden: Modernity and Utopia in the Minoan Ruins του Νίκου Σακκαδάκη. Η επιτελεστική διάλεξη εξετάζει την πρόσληψη της μινωικής Κρήτης από τη νεωτερικότητα και τον τρόπο με τον οποίο το αρχαιολογικό παρελθόν έγινε πεδίο προβολής ιδεών του μοντερνισμού. Η ανάδυση του μινωικού πολιτισμού μέσα από τις ανασκαφές των τελών του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα συνέπεσε με μια περίοδο έντονων κοινωνικών, πολιτικών και αισθητικών μετασχηματισμών στην Ευρώπη. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η μινωική Κρήτη μπορούσε να προσληφθεί ως εικόνα μιας διαφορετικά οργανωμένης κοινωνίας και να επενδυθεί με ιδέες γύρω από την ειρήνη, την αφθονία, τη φύση, τη γυναικεία παρουσία ή την κοινωνική ελευθερία. Η αρχαιολογική ερμηνεία συναντούσε έτσι τις ουτοπικές αναζητήσεις και τις αντιφάσεις της ίδιας της νεωτερικότητας. Ο ιδανικός τόπος μπορεί να τοποθετηθεί εξίσου σε ένα χαμένο παρελθόν. Στην περίπτωση της μινωικής Κρήτης, η αρχαιολογία έδωσε υλική υπόσταση σε ένα παρελθόν που μπορούσε να προσληφθεί ως εναλλακτική απέναντι στο παρόν.
Ο Γιώργος Σαπουντζής προσεγγίζει αυτή τη διαδικασία από μια διαφορετική κατεύθυνση. Οι Λαοί της Θάλασσας εκκινούν από έναν αμφισβητούμενο όρο που χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει διαφορετικές ομάδες και μετακινήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο στο τέλος της Ύστερης Εποχής του Χαλκού. Στην in situ εγκατάσταση στη Φαιστό, υφάσματα με λέξεις, σκοινιά και σημάνσεις παραπέμπουν στο λεξιλόγιο και στις πρακτικές της αρχαιολογικής έρευνας. Το έργο συγκροτεί μια μορφή «μετά-ανασκαφής», μια εκ νέου ανάγνωση του χώρου που στρέφει την προσοχή στη σχέση ανάμεσα στο ίχνος και στην ερμηνεία του. Οι κατηγορίες, οι ονομασίες και τα συστήματα ταξινόμησης μέσα από τα οποία το παρελθόν γίνεται ιστορικά αναγνώσιμο αποκτούν έτσι κεντρική σημασία. Παράλληλα, η εγκατάσταση του Σαπουντζή εισάγει μια εύθραυστη και μεταβαλλόμενη υλικότητα μέσα στη Φαιστό. Τα υφάσματα και τα σκοινιά κινούνται από τον άνεμο και μεταβάλλουν συνεχώς τη σχέση τους με τον χώρο.
Σε μια άλλη κλίμακα, το The Venus Trap της Nona Inescu στρέφει την προσοχή στο περιβάλλον μέσα στο οποίο υπάρχει το μνημείο. Η διωναία, ένα φυτό του οποίου η κίνηση και η σαρκοφαγία διαταράσσουν οικείες ταξινομήσεις ανάμεσα στο φυτικό και το ζωικό, αποδίδεται σε χυτό αλουμίνιο, δημιουργώντας παράλληλα ερωτήματα σε σχέση με το οργανικό και το κατασκευασμένο. Μέσα στη Φαιστό, το έργο τοποθετείται στη θέση θεασης της πρώτης φάσης κατοίκησης της Φαιστού (ένα μερος του αρχαιολογικούς χώρου που δεν είναι ακόμα ανοιχτοί στο κοινό) και επιτρέπει να αντιληφθούμε τον αρχαιολογικό χώρο και ως ένα ενεργό περιβάλλον, όπου η βλάστηση, το κλίμα, η διάβρωση ή επιχωμάτωση και άλλες υλικές διεργασίες εξακολουθούν να επιδρούν πάνω στο μνημείο. Η ανθρώπινη ιστορία συναντά έτσι χρονικότητες που την υπερβαίνουν.
Αυτό που μας ενδιαφέρει, επομένως, είναι κάτι πιο σύνθετο από μια συνύπαρξη αρχαίου και σύγχρονου. Η Φαιστός αποτελεί ήδη έναν τόπο πολλαπλών χρονικοτήτων. Το Μουσείο Μεσαράς οργανώνει και παρουσιάζει υλικά ίχνη αυτής της μακράς διάρκειας μέσα από ένα σύγχρονο μουσειολογικό πλαίσιο. Τα έργα της έκθεσης εισέρχονται προσωρινά σε αυτές τις χρονικότητες και τις φέρνουν σε νέα σχέση μεταξύ τους.
Η δυναμική της έκθεσης βρίσκεται στη δυνατότητα να αντιμετωπίσουμε το παρελθόν ως ένα πεδίο που εξακολουθεί να παράγει ερωτήματα στο παρόν. Η αρχαιολογία, η σύγχρονη τέχνη και το ίδιο το τοπίο ενεργοποιούν διαφορετικούς τρόπους γνώσης και ενσωματης εμπειρίας. Η συνύπαρξή τους στη Φαιστό και στο Μουσείο Μεσαράς επιτρέπει να εξετάσουμε όσα κληρονομούμε από το παρελθόν και τα ερμηνευτικά σχήματα μέσα από τα οποία επιλέγουμε να τα κατανοήσουμε σήμερα.
Paradise drift/Παράδεισος, μετατόπιση
Καλλιτέχνιδες-ες
Nona Inescu, Χριστίνα Καραγιάννη, Karrabing Film Collective, Δήμητρα Κονδυλάτου, Ελένη Μπαγάκη, Raffaela Naldi Rossano, Nour Ouayda, Βασίλης Παπαγεωργίου, Νίκος Σακκαδάκης, Γιώργος Σαπουντζής Βίκη Στείρη, Δέσποινα Χαριτωνίδη
Επιμέλεια
Πάνος Γιαννικόπουλος, Κατερίνα Γναφάκη
Graphic design
Bend.gr
Παραγωγή
WILD REEDS, Νικόλας Σφυράκης











